χρυσός

-ή, -ό
1. χρυσαφένιος, μαλαματένιος.
2. για ανθρώπους, αυτός που έχει καλούς τρόπους ή πολλά προτερήματα: Είναι χρυσός άνθρωπος.
3. ωφέλιμος, πολύτιμος, πολύ προσοδοφόρος: Κάνει χρυσές δουλειές.
4. φρ., «Tον έκανα χρυσό», τον παρακάλεσα πολύ.
5. το θηλ. ως ουσ., χρυσή ο ίκτερος.
————————
χρυσός, ο και χρυσάφι, το
1. χημικό στοιχείο, πολύτιμο μέταλλο, μάλαμα.
2. ό,τι είναι κατασκευασμένο από χρυσό, χρυσά κοσμήματα, χρυσά νομίσματα κ.ά.
3. ό,τι είναι πολύτιμο ή προσφιλές.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Χρυσός — gold masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρυσός — Χημικό στοιχείο με σύμβολο Au· ανήκει στην πρώτη ομάδα του περιοδικού συστήματος των στοιχείων, δεύτερη υποομάδα, έχει ατομικό αριθμό 79, ατομικό βάρος 197,2 ένα σταθερό ισότοπο και πολλά ραδιενεργά ισότοπα με αριθμό μάζας από 187 έως 189 και από …   Dictionary of Greek

  • χρυσός — χρῡσός , χρυσός gold masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρυσός — [хрисос] εκ. золотой …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • χρυσός — [хрисос] ουσ. а. золото …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Χρυσὸς δ’ἀνοίγει πάντα. — (κ’ἀίδου πύλας). См. Золото не говорит, да много творит …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • χρυσός κανόνας — (αγγλικά gold standard, που χρησιμοποιείται ως διεθνής όρος). Νομισματικό σύστημα που στηρίζεται στον χρυσό. Το χρυσό νομισματικό σύστημα δημιουργήθηκε στη Μεγάλη Βρετανία: από το 1816 το χρυσάφι, που έως τότε, αν και ήταν το κύριο νόμισμα,… …   Dictionary of Greek

  • Χρυσὸς μὲν οιδεν ἐξελείχεσθαι δοκιμάζεσθαι πυρί. — См. Золото огнем искушается, а человек напастьми …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Χρυσὸς δ’ἀνοίγει πάντα κ’ἀίδου πύλας. — См. Золотой молоток и железные двери отпирает …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ευελπίδης, Χρυσός — (Κωνσταντινούπολη 1895 – Αθήνα 1971). Γεωπόνος, πολιτικός και λόγιος. Σπούδασε νομικές και πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και γεωπόνος μηχανικός στη σχολή Γκρινιόν της Γαλλίας. Αρχικά, εργάστηκε στο υπουργείο Γεωργίας και ειδικότερα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.